Με έχεις δει σε κάθε σουβενίρ της Αιγύπτου, ξαπλωμένη στην άμμο με πρόσωπο φαραώ. Εκείνη δεν είμαι εγώ. Εγώ έχω φτερά, είμαι γυναίκα και δεν φύλαξα ποτέ κανέναν τάφο. Εγώ έκανα ερωτήσεις. Και σε μια πόλη που δεν ήξερε να απαντά, αυτό ήταν χειρότερο από οποιοδήποτε νύχι.

Είμαι η Σφίγγα των Θηβών. Ο Ησίοδος με λέει Φίκα. Οι Θηβαίοι με έλεγαν πολύ χειρότερα. Κάθισε. Θα σου πω πώς τελείωσε η δουλειά μου — και γιατί ο άνθρωπος που με νίκησε έχασε περισσότερα από μένα.

Από ποια γενιά κατάγομαι

Η οικογένειά μου δεν είχε καλή φήμη. Η γιαγιά μου — ή η μητέρα μου, ανάλογα ποιον ποιητή ρωτάς — ήταν η Έχιδνα, μισή γυναίκα και μισή φίδι, αυτή που οι Έλληνες ονόμασαν μητέρα των τεράτων. Ο Ησίοδος στη Θεογονία γράφει ότι με γέννησε «εκείνη» από τον Όρθρο, τον δικέφαλο σκύλο του Γηρυόνη. Οι φιλόλογοι μαλώνουν ακόμα αν το «εκείνη» σημαίνει τη Χίμαιρα ή την ίδια την Έχιδνα. Ο Ψευδο-Απολλόδωρος τα κάνει πιο απλά: κόρη της Έχιδνας και του Τυφώνα.

Όπως και να ’χει, στην ίδια γενιά ανήκει και ο Νεμέος λέων. Ναι, εκείνος που έγινε ο πρώτος άθλος του Ηρακλή. Στην οικογένειά μας δεν κρατούσαμε ημερολόγιο με γενέθλια. Μετρούσαμε ποιος ήρωας έκανε καριέρα πάνω μας.

Πρόσωπο γυναίκας, σώμα λιονταριού

Ο Απολλόδωρος με περιγράφει με μια ξερή ακρίβεια που δεν μου άρεσε ποτέ: πρόσωπο γυναίκας, στήθος, πόδια και ουρά λιονταριού, φτερά πουλιού. Οι αγγειογράφοι ήταν πιο γενναιόδωροι. Μου χάρισαν προσεγμένα μαλλιά, ήρεμο βλέμμα και φτερά που γυρίζουν προς τα πάνω σαν δρεπάνια.

Στους Δελφούς, γύρω στο 570–560 π.Χ., οι Νάξιοι έστησαν μια ιωνική κολόνα πάνω από δέκα μέτρα ψηλή και κάθισαν στην κορυφή της εμένα, αφιέρωμα στον Απόλλωνα. Είμαι ακόμα εκεί, στο Αρχαιολογικό Μουσείο των Δελφών. Με κοιτάτε από κάτω, όπως μου αρέσει.

Και για να τελειώνουμε με την Αίγυπτο: οι σφίγγες του Νείλου είναι συνήθως αρσενικές, χωρίς φτερά, φύλακες ναών και βασιλιάδων. Οι Έλληνες ταξιδιώτες τις είπαν κι αυτές σφίγγες — ο Ηρόδοτος μάλιστα τις ονομάζει «ανδρόσφιγγες». Το όνομα όμως είναι δικό μου. Κι εγώ είμαι η αρχική ελληνική εκδοχή. Με φτερά. Και με άποψη.

Γιατί ήρθα στη Θήβα

Δεν ήρθα για διακοπές. Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, με έστειλε η Ήρα. Μεταγενέστερες πηγές συνδέουν την αποστολή μου με ένα παλιό έγκλημα του βασιλιά Λάιου, αλλά οι αρχαίοι δεν συμφωνούν σε όλες τις λεπτομέρειες. Κάθισα στο όρος Φίκιο, έξω από την πόλη — λένε πως το βουνό πήρε το όνομά του από μένα — κι από εκεί έλεγχα τον δρόμο.

Το αίνιγμα δεν το επινόησα εγώ. Το έμαθα από τις Μούσες. Κράτα αυτή τη λεπτομέρεια, γιατί είναι η πιο σημαντική της ιστορίας: το πιο επικίνδυνο όπλο στη Θήβα δεν ήταν τα νύχια μου. Ήταν ένα τραγούδι με μια ερώτηση μέσα. Ο Σοφοκλής με αποκαλεί «σκληρή τραγουδίστρια» και «ποικιλόφωνη Σφίγγα». Δεν έχει άδικο.

Το αίνιγμα

Οι Θηβαίοι μαζεύονταν συχνά και προσπαθούσαν να βρουν τη λύση. Κάθε φορά που αποτύγχαναν, έπαιρνα έναν από αυτούς. Ας μη μπούμε σε λεπτομέρειες· ας πούμε μόνο ότι το σχολείο μου είχε πολύ αυστηρή βαθμολογία. Ανάμεσα σε όσους χάθηκαν, γράφει ο Απολλόδωρος, ήταν και ο Αίμων, ο γιος του Κρέοντα.

Η ερώτηση ήταν αυτή: τι είναι εκείνο που έχει μία φωνή και γίνεται τετράποδο, δίποδο και τρίποδο; Η μορφή που ξέρεις από το σχολείο — «το πρωί περπατά με τέσσερα πόδια, το μεσημέρι με δύο και το βράδυ με τρία» — είναι μεταγενέστερη, πιο ποιητική διασκευή. Ο Απολλόδωρος την καταγράφει πιο λιτά, ενώ μια ολόκληρη εκδοχή σε εξάμετρο στίχο σώζεται στον Αθήναιο.

Πρόσεξε πόσο έντιμη ερώτηση ήταν. Δεν ζητούσα κάτι μυστικό. Η απάντηση περπατούσε κάθε μέρα μπροστά στα μάτια τους. Απλώς κανείς δεν σκεφτόταν να κοιτάξει τον εαυτό του.

Ο άνθρωπος που βρήκε την απάντηση

Ο Κρέων, που κυβερνούσε τότε, έκανε την υπόθεση δημόσιο διαγωνισμό: όποιος λύσει το αίνιγμα παίρνει τον θρόνο και για σύζυγο τη χήρα του βασιλιά, την Ιοκάστη. Ο Ευριπίδης βάζει την ίδια την Ιοκάστη να το θυμάται στον πρόλογο των Φοινισσών.

Τότε ήρθε ένας ξένος από την Κόρινθο — έτσι νόμιζε τουλάχιστον ο ίδιος — με πληγωμένα πόδια κι ένα όνομα που το μαρτυρούσε: Οιδίπους. Άκουσε την ερώτηση και απάντησε χωρίς δισταγμό: «Ο άνθρωπος. Μωρό, μπουσουλά στα τέσσερα. Μεγάλος, περπατά στα δύο. Γέρος, στηρίζεται σε μπαστούνι.»

Σωστό. Κατά τον Απολλόδωρο, έπεσα από την ακρόπολη της Θήβας. Οι μύθοι λένε ότι ήταν δική μου απόφαση. Εγώ θα το πω επαγγελματική συνέπεια: ένα αίνιγμα που λύθηκε δεν ξαναρωτιέται.

Η ερώτηση ήταν σωστή, ο άνθρωπος λάθος

Εδώ είναι το κομμάτι που οι ήρωες δεν διηγούνται. Ο Οιδίποδας κέρδισε θρόνο και γυναίκα. Δεν ήξερε ότι ο άγνωστος γέρος που είχε σκοτώσει σε ένα σταυροδρόμι ήταν ο πατέρας του, ο Λάιος. Ούτε ότι η Ιοκάστη ήταν η μητέρα του. Στον Οιδίποδα Τύραννο ο Σοφοκλής τον βάζει να καυχιέται ότι με νίκησε με το δικό του μυαλό, χωρίς μάντεις και χωρίς σημάδια από πουλιά. Λίγες σκηνές αργότερα, το ίδιο μυαλό τον οδηγεί στην αλήθεια που τον συντρίβει.

Σκέψου το. Η απάντηση στο αίνιγμά μου ήταν «ο άνθρωπος». Ο Οιδίποδας την ήξερε για όλους τους ανθρώπους — εκτός από τον εαυτό του. Ήξερε πώς μπουσουλά ένα μωρό, αλλά όχι ποιος τον είχε αφήσει μωρό στον Κιθαιρώνα. Ήξερε ότι ο άνθρωπος στο τέλος χρειάζεται μπαστούνι· δεν ήξερε ότι στο δικό του γήρας θα περπατούσε τυφλός, με την κόρη του για οδηγό.

Εγώ έχασα τη ζωή μου σε μια στιγμή. Εκείνος έχασε τη δική του αργά, κομμάτι κομμάτι, μέσα στο παλάτι που του χάρισε η σωστή απάντηση. Ποιος από τους δύο νίκησε, λοιπόν;

Γιατί ακόμα ρωτάω

Οι Έλληνες δεν με ξέχασαν. Με ζωγράφισαν σε αγγεία, με έβαλαν φύλακα σε ταφικά μνημεία, με σκάλισαν σε κράνη και θρόνους. Αιώνες αργότερα, ο Ενγκρ ζωγράφισε τον Οιδίποδα να μου εξηγεί το αίνιγμα, σαν να ήμουν εγώ το πρόβλημα. Ο Φρόιντ πήρε το όνομα του Οιδίποδα για μια ολόκληρη θεωρία. Εμένα με κράτησαν για μια λέξη: «αίνιγμα».

Μου αρκεί. Γιατί η ερώτησή μου δεν ήταν ποτέ για πόδια. Ήταν για το αν ξέρεις ποιος είσαι. Κι αυτή, όσοι ήρωες κι αν περάσουν από τον δρόμο της Θήβας, κανείς δεν την απαντά μία και καλή. Κι αν κάποτε νομίσεις ότι την απάντησες, θυμήσου τη Μέδουσα και εμένα: οι ιστορίες των «τεράτων» γράφτηκαν πάντα από εκείνους που μας νίκησαν.

Πηγές και παραδόσεις

  • Ησίοδος, Θεογονία 326–332 — η Φιξ, «όλεθρος για τους Καδμείους», και ο Νεμέος λέων, γεννημένοι από τον Όρθρο.
  • Ψευδο-Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 3.5.8 — οι γονείς της, η μορφή της, η αποστολή από την Ήρα, το αίνιγμα από τις Μούσες, ο Αίμων, η προκήρυξη του Κρέοντα, η λύση του Οιδίποδα και το τέλος της.
  • Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος 35–39, 130, 391–398 — η «σκληρή τραγουδίστρια», η «ποικιλόφωνη Σφίγγα» και η καύχηση του Οιδίποδα.
  • Ευριπίδης, Φοίνισσαι (πρόλογος της Ιοκάστης) — η Σφίγγα στη Θήβα και η προκήρυξη του Κρέοντα.
  • Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 10.456b — η έμμετρη εκδοχή του αινίγματος.
  • Ηρόδοτος, Ιστορίαι 2.175 — οι αιγυπτιακές «ανδρόσφιγγες».
  • Σφίγγα των Ναξίων, Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών (περ. 570–560 π.Χ.).

Σημείωση σύνταξης: η πρωτοπρόσωπη φωνή της Σφίγγας είναι λογοτεχνικό πλαίσιο. Οι διαφορές ανάμεσα στις πηγές (για τους γονείς της, τον λόγο που ήρθε στη Θήβα και τη διατύπωση του αινίγματος) δηλώνονται ρητά.