Με ξέρετε από τα δώδεκα. Το λιοντάρι, την Ύδρα, το ελάφι, τον κάπρο, τους στάβλους, τα πουλιά, τον ταύρο, τα άλογα, τη ζώνη, τα βόδια, τα μήλα, τον σκύλο. Τα μετρούν τα παιδιά με τα δάχτυλα. Κανείς δεν ρωτά γιατί τα έκανα.
Δεν ήταν περιπέτειες. Ήταν ποινή. Και την είχα κερδίσει.
(Σημείωση αφηγητή: μιλάω ως Ηρακλής. Τα συναισθήματα και οι σκηνές που ζωγραφίζω είναι λογοτεχνική απόδοση. Τα γεγονότα, οι πηγές και οι διαφωνίες τους δεν είναι — και όπου οι αρχαίοι δεν συμφωνούν, το λέω καθαρά.)
Με μισούσαν πριν προλάβω να αναπνεύσω
Ο πατέρας μου ήταν ο Δίας. Η μητέρα μου, η Αλκμήνη, θνητή. Αυτό αρκούσε.
Η Ήρα δεν με μίσησε για κάτι που έκανα. Με μίσησε για κάτι που έκανε ο άντρας της. Ο Απολλόδωρος γράφει ότι έστειλε δύο φίδια στην κούνια μου· τα έπνιξα πριν μάθω να μιλάω. Το διηγούνται σαν πρώιμη απόδειξη δύναμης. Για μένα ήταν η πρώτη νύχτα μιας ζωής όπου κάτι πάντα ερχόταν να με βρει.
Θέλω να το πω καθαρά, γιατί συνήθως το προσπερνούν: δεν υπήρξε ποτέ στιγμή που η Ήρα να μη με κυνηγά. Ό,τι διαβάζετε για μένα, διαβάστε το με αυτό από κάτω.
Η νύχτα που δεν θυμάμαι
Παντρεύτηκα τη Μεγάρα, κόρη του Κρέοντα, στη Θήβα. Κάναμε παιδιά.
Και μια νύχτα, η Ήρα μου έστειλε μανία.
Δεν θα σας περιγράψω τι έγινε. Ο Απολλόδωρος το λύνει σε λίγες γραμμές, κι αυτό είναι ήδη πάρα πολύ: μέσα στην τρέλα σκότωσα τα παιδιά μου. Δικά μου παιδιά. Με τα ίδια χέρια που θαυμάζετε στα αγάλματα.
Όταν συνήλθα, δεν υπήρχε τίποτα να διορθωθεί. Δεν υπάρχει άθλος που φέρνει πίσω παιδί.
Πήγα στους Δελφούς. Όχι για χρησμό δόξας — για να μου πουν τι να κάνω με το υπόλοιπο της ζωής μου. Η Πυθία με έστειλε στον Ευρυσθέα, βασιλιά των Μυκηνών: να τον υπηρετήσω και να κάνω ό,τι μου προστάξει.
Αυτή είναι η αρχή των δώδεκα. Όχι μια πρόκληση. Μια ποινή που μου επιβλήθηκε επειδή τη ζήτησα.
Δεν ήταν άθλοι. Ήταν εξιλέωση.
Η λέξη που χρησιμοποιείτε, άθλος, σημαίνει αγώνα, δοκιμασία, έπαθλο. Ταιριάζει σε στάδιο.
Εγώ δεν κατέβηκα σε στάδιο. Στάλθηκα.
AIΚαι προσέξτε ποιος με έστελνε. Ο Ευρυσθέας ήταν ένας άνθρωπος που με φοβόταν τόσο, ώστε — το λέει ο Απολλόδωρος, δεν το βγάζω εγώ — όταν του έφερα ζωντανό τον κάπρο του Ερυμάνθου, κρύφτηκε μέσα σε ένα πιθάρι. Ο πιο δυνατός άντρας του κόσμου υπηρετούσε τον πιο δειλό.
Αυτό δεν είναι ειρωνεία της ιστορίας. Είναι το νόημα της ποινής. Η ταπείνωση ήταν μέρος της.
Οι πηγές δεν συμφωνούν — και η διαφωνία μετράει
Εδώ πρέπει να είμαι τίμιος μαζί σας, γιατί σας έχουν πει μόνο τη μισή ιστορία.
Στον Απολλόδωρο η σειρά είναι αυτή που μόλις σας έδωσα: πρώτα η μανία και ο φόνος, μετά το μαντείο, και οι δώδεκα ως εξιλέωση.
Στον Ευριπίδη, στον Ηρακλή Μαινόμενο, η σειρά αντιστρέφεται. Εκεί έχω ήδη τελειώσει τους άθλους. Γυρίζω νικητής, προλαβαίνω να σώσω τη γυναίκα και τα παιδιά μου από τον τύραννο Λύκο — και τότε κατεβαίνει η τρέλα και τους σκοτώνω. Σε εκείνο το έργο η καταστροφή δεν εξηγείται από τίποτα προηγούμενο. Δεν υπάρχει εξιλέωση να ακολουθήσει. Μένει μόνο ο Θησέας, που με σηκώνει από το χώμα και με πείθει να μην τελειώσω μόνος μου τη ζωή μου.
Δύο ποιητές. Δύο σειρές γεγονότων. Δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι με το ίδιο όνομα.
Στον έναν, οι άθλοι είναι απάντηση σε κάτι. Στον άλλον, δεν υπάρχει απάντηση σε τίποτα.
Δεν θα σας πω ποιος έχει δίκιο· δεν το ξέρω ούτε εγώ. Θα σας πω μόνο ότι όποιος σας δίνει τη μία εκδοχή σαν να είναι η μοναδική, σας κρύβει τη μισή.
Το τέλος δεν ήρθε από τέρας
Επέζησα από το λιοντάρι. Από την Ύδρα. Από τον σκύλο που φυλάει τους νεκρούς.
Με σκότωσε ένα ρούχο.
Ο Σοφοκλής το αφηγείται στις Τραχίνιες. Η Δηιάνειρα, η γυναίκα μου, φοβήθηκε ότι την αφήνω για άλλη. Της είχε πει ο Κένταυρος Νέσσος, καθώς πέθαινε από το βέλος μου, ότι το αίμα του είναι φίλτρο αγάπης. Ήταν ψέμα, και ήταν η εκδίκησή του. Μου έστειλε χιτώνα ποτισμένο με αυτό. Τον φόρεσα. Με έκαψε από μέσα.
Δεν με πρόδωσε. Με αγάπησε λάθος. Όταν κατάλαβε τι είχε κάνει, κρεμάστηκε.
Πέθανα στην Οίτη, πάνω σε πυρά που ζήτησα ο ίδιος να στηθεί.
Και μετά; Ούτε εκεί συμφωνούν
Στην Οδύσσεια, στη ραψωδία λ, ο Οδυσσέας κατεβαίνει στους νεκρούς και με συναντά. Και ο ποιητής προσθέτει μια παράξενη διευκρίνιση: αυτό που βλέπει ο Οδυσσέας είναι το είδωλό μου, ενώ εγώ ο ίδιος βρίσκομαι με τους αθανάτους.
Πολλοί μελετητές θεωρούν τους στίχους αυτούς μεταγενέστερη προσθήκη — ακριβώς επειδή δύο παραδόσεις πάλευαν να χωρέσουν στο ίδιο ποίημα: ο Ηρακλής ο νεκρός ήρωας και ο Ηρακλής ο θεός.
Στην παράδοση που επικράτησε, ανεβαίνω στον Όλυμπο. Και εκεί — αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι — συμφιλιώνομαι με την Ήρα.
Δεν ξέρω πώς να σας το εξηγήσω. Ούτε εγώ το χώνεψα ποτέ.
Αν κρατήσετε ένα πράγμα
Δεν έγινα δυνατός για να νικήσω τέρατα. Ήμουν δυνατός από την αρχή, και αυτή η δύναμη κατέστρεψε ό,τι αγαπούσα πριν προλάβω να καταλάβω τι κάνω.
Τα δώδεκα δεν ήταν η σταδιοδρομία μου. Ήταν το τίμημα.
Και δεν έφτασαν.
Σημείωση για τις πηγές: οι δώδεκα άθλοι, η μανία και ο κάπρος στο πιθάρι αντλούνται από τον Απολλόδωρο (Βιβλιοθήκη Β΄). Η αντίστροφη σειρά των γεγονότων είναι του Ευριπίδη (Ηρακλής Μαινόμενος). Ο θάνατος με τον χιτώνα του Νέσσου είναι του Σοφοκλή (Τραχίνιαι). Η συνάντηση στον κάτω κόσμο και η διευκρίνιση για το είδωλο βρίσκονται στην Οδύσσεια (λ). Οι διαφορετικές παραδόσεις δηλώνονται ρητά και δεν παρουσιάζονται ως μία.
