Με φωνάζουν ευεργέτη της ανθρωπότητας. Ο Δίας προτιμά τη λέξη «κλέφτης». Και οι δύο περιγραφές έχουν κάτι σωστό, πράγμα ενοχλητικό για όλους μας.
Οι σκέψεις και η ειρωνεία είναι λογοτεχνική φωνή. Τα γεγονότα που ακολουθούν ξεχωρίζουν όσα λέει ο Ησίοδος από όσα πρόσθεσαν μεταγενέστεροι ποιητές.
Δεν ήμουν ένας από τους δώδεκα
Ας αρχίσουμε από το λάθος που επαναλαμβάνεται παντού: δεν ανήκω στους δώδεκα πρώτους Τιτάνες. Πατέρας μου είναι ο Ιαπετός και μητέρα μου, στον Ησίοδο, η Ωκεανίδα Κλυμένη. Είμαι Τιτάνας δεύτερης γενιάς, αδελφός του Άτλαντα, του Μενοίτιου και του Επιμηθέα. Ο Άτλας κράτησε τον ουρανό, ο Επιμηθέας δέχτηκε την Πανδώρα και εγώ αποφάσισα ότι ήταν καλή ιδέα να δοκιμάσω την υπομονή του νέου κυρίαρχου του κόσμου.
Το τέχνασμα στη Μηκώνη
Στη Μηκώνη, όταν θεοί και θνητοί καθόριζαν το μερίδιο της θυσίας, χώρισα ένα βόδι σε δύο σωρούς. Στον έναν έβαλα το καλό κρέας και τα σπλάχνα, κρυμμένα μέσα στο στομάχι του ζώου. Στον άλλον έβαλα τα κόκαλα, σκεπασμένα με λαμπερό λίπος. Ο Ησίοδος λέει ότι ο Δίας κατάλαβε την απάτη, αλλά διάλεξε τον απατηλό σωρό και ύστερα θύμωσε. Η σκηνή εξηγεί γιατί οι άνθρωποι καίνε για τους θεούς κόκαλα και λίπος ενώ κρατούν το κρέας.
Δεν ήταν αθώο αστείο. Ήταν διαπραγμάτευση με νοθευμένη ζυγαριά. Ο Δίας απάντησε στερώντας τη φωτιά από τους ανθρώπους.
Η φωτιά μέσα στον νάρθηκα
Την πήρα πίσω κρυφά, μέσα σε έναν κοίλο νάρθηκα, ένα φυτό που μπορούσε να κρατήσει τη χόβολη ζωντανή. Η φωτιά δεν σήμαινε μόνο ζεστασιά. Σήμαινε μαγείρεμα, μέταλλο, εργαστήρια και νύχτες που δεν τελείωναν μόλις έδυε ο ήλιος. Ο Ησίοδος, όμως, δεν μου γράφει ύμνο. Παρουσιάζει την πράξη ως νέο επεισόδιο στη σύγκρουσή μου με τον Δία.
Στη Θεογονία, ο Δίας απαντά στην κλοπή με δύο τιμωρίες: για τους ανθρώπους κατασκευάζεται η πρώτη γυναίκα ως «τίμημα της φωτιάς», ενώ εγώ δένομαι και ένας αετός καταβροχθίζει το συκώτι μου. Στα Έργα και Ημέρες, ο Ησίοδος αναπτύσσει περισσότερο την ιστορία της Πανδώρας: ο Επιμηθέας δέχεται το δώρο και από το πιθάρι σκορπίζονται τα βάσανα των ανθρώπων.
Ο αετός δεν ήταν το τέλος
Ο Ηρακλής σκότωσε αργότερα τον αετό και με ελευθέρωσε. Ο Ησίοδος φροντίζει να πει ότι αυτό δεν έγινε κόντρα στη θέληση του Δία· ο Δίας το επέτρεψε ώστε να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο η δόξα του γιου του. Ακόμη και η απελευθέρωσή μου πέρασε από το γραφείο του βασιλιά.
Ο Προμηθέας του θεάτρου
Στον Προμηθέα Δεσμώτη, έργο που η παράδοση αποδίδει στον Αισχύλο αλλά η πατρότητά του συζητείται, η μορφή μου αλλάζει. Εκεί απαριθμώ γνώσεις που έδωσα στους ανθρώπους: αριθμούς, γραφή, ιατρική, ναυσιπλοΐα και μαντική. Είναι ισχυρή δραματική εκδοχή, όχι απλή επανάληψη του Ησιόδου. Αν τα ενώσουμε όλα σε μία βιογραφία, χάνουμε ακριβώς αυτό που κάνει τον μύθο ενδιαφέρον: κάθε εποχή ήθελε διαφορετικό Προμηθέα.
Δεν ήμουν άγιος με σύγχρονη έννοια. Ήμουν ένας αθάνατος που εξαπάτησε τον Δία και πήρε το μέρος των θνητών. Το αποτέλεσμα ήταν η φωτιά, αλλά και ένα τίμημα που οι ποιητές δεν άφησαν κανέναν να ξεχάσει.
Ο αδελφός που σκέφτηκε μετά
Στα Έργα και Ημέρες, είχα προειδοποιήσει τον Επιμηθέα να μη δεχτεί κανένα δώρο από τον Δία. Εκείνος δέχτηκε την Πανδώρα και κατάλαβε το κακό όταν ήταν πλέον μπροστά του. Ο Ησίοδος χτίζει έτσι την αντίθεση ανάμεσα στα δύο αδέλφια: εγώ σχεδιάζω πριν από την πράξη, εκείνος καταλαβαίνει μετά. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σχέδιό μου ήταν σοφό. Το τέχνασμα της Μηκώνης έδωσε μια προσωρινή νίκη και προκάλεσε μια απάντηση που έπεσε πάνω σε όλη την ανθρωπότητα.
Η ιστορία της Πανδώρας είναι επίσης άβολη για έναν σύγχρονο αναγνώστη. Ο Ησίοδος παρουσιάζει τη γυναίκα ως θεϊκά κατασκευασμένη παγίδα και συνδέει την άφιξή της με τα ανθρώπινα βάσανα. Αυτό είναι το αρχαίο κείμενο, όχι μια ουδέτερη αλήθεια για τις γυναίκες. Μπορούμε να το διαβάσουμε κριτικά χωρίς να το ξαναγράψουμε σαν να έλεγε κάτι πιο βολικό.
Η διαφωνία για τη θυσία
Η Μηκώνη δεν είναι απλώς η ιστορία ενός έξυπνου Τιτάνα που ξεγέλασε έναν αργό θεό. Ο Ησίοδος λέει ότι ο Δίας γνώρισε την απάτη. Η επιλογή του οδηγεί στην καθιέρωση του τρόπου με τον οποίο άνθρωποι και θεοί μοιράζονται το θυσιασμένο ζώο. Ο μύθος εξηγεί μια πραγματική τελετουργική συνήθεια μέσα από σύγκρουση και δόλο. Η εξήγηση δεν είναι εγχειρίδιο λατρείας, αλλά ποιητική αιτιολογία: έτσι, λέει ο ποιητής, φτάσαμε να καίμε το μη βρώσιμο μέρος για τους αθάνατους.
Σε αυτή την εκδοχή, η εξυπνάδα μου δεν καταργεί την εξουσία του Δία. Την προκαλεί και τελικά την επιβεβαιώνει. Ο Δίας τιμωρεί εμένα, στέλνει την Πανδώρα και παραμένει κυρίαρχος. Το θέατρο αργότερα θα με κάνει πιο ηρωικό και τον Δία πιο τυραννικό. Ο Ησίοδος ενδιαφέρεται περισσότερο να δείξει ότι ούτε η πιο έξυπνη απάτη ξεφεύγει για πάντα από τη βούληση του θεού που κυβερνά.
Γιατί η φωτιά έμεινε
Ο Δίας μπορούσε να τιμωρήσει τον κλέφτη, αλλά η φωτιά δεν επέστρεψε στα θησαυροφυλάκια του ουρανού. Οι άνθρωποι τη διατήρησαν. Εκεί βρίσκεται η παράξενη ισορροπία του μύθου: η πράξη μου παραβιάζει την τάξη, η τιμωρία αποκαθιστά την εξουσία, αλλά το κέρδος των θνητών παραμένει. Ίσως γι' αυτό κανείς δεν κατάφερε να με κρατήσει μόνο στον ρόλο του απατεώνα ή μόνο στον ρόλο του σωτήρα.
Ο ίδιος Τιτάνας, δύο διαφορετικές ερωτήσεις
Ο Ησίοδος ρωτά πώς σταθεροποιήθηκε η εξουσία του Δία και γιατί η ανθρώπινη ζωή είναι γεμάτη μόχθο. Ο δραματικός Προμηθέας ρωτά τι οφείλει η εξουσία στη γνώση και τι δικαιούται να κάνει σε όποιον αντιστέκεται. Αν ανακατέψεις τις δύο ερωτήσεις, χάνεις και τα δύο έργα. Δεν υπάρχει μία «αληθινή προσωπικότητα» μου πίσω από κάθε κείμενο. Υπάρχουν ποιητές που χρησιμοποίησαν το ίδιο πρόσωπο για διαφορετικές συγκρούσεις.
Πηγές και παραδόσεις
- Ησίοδος, Θεογονία 507–616 — η γενεαλογία του Ιαπετού, η Μηκώνη, η φωτιά και η τιμωρία.
- Ησίοδος, Έργα και Ημέρες 42–105 — η κλοπή της φωτιάς, η Πανδώρα και τα δεινά των ανθρώπων.
- Προμηθέας Δεσμώτης 436–506 — οι τέχνες και οι γνώσεις που ο δραματικός Προμηθέας λέει ότι χάρισε στους ανθρώπους· η πατρότητα του έργου συζητείται.
