Δεν ήταν μία πτώση, ήταν δύο
Θέλω να το πω καθαρά από την αρχή. Δεν έπεσα μία φορά. Έπεσα δύο. Και οι δύο εκδοχές περιγράφονται στην Ιλιάδα, αλλά *δεν είναι η ίδια ιστορία με δύο ονόματα*. Είναι δύο διαφορετικές ιστορίες που δεν γίνεται να ενωθούν χωρίς να χαλάσει κάτι σημαντικό.
Στη μία, ο πατέρας μου με πετάει. Στην άλλη, η μητέρα μου με πετάει. Αν αυτό σας φαίνεται παράξενο, η παράξενη εδώ είμαι εγώ, αλλά η σύγχυση είναι δική σας.
Η πρώτη πτώση και η δεύτερη, δίπλα-δίπλα
Στο πρώτο βιβλίο της Ιλιάδας, ο Δίας έχει κρεμάσει την Ήρα στον αέρα με χρυσές αλυσίδες και σφυρήλατο σίδερο στους αστραγάλους — ναι, ακόμα κι εγώ τρέμω όταν το θυμάμαι. Εγώ, ο γιος της, σηκώνομαι να τη βοηθήσω. Ο Δίας δεν ήθελε να τη σκοτώσει· ήθελε να την ταπεινώσει. Αυτό κάνουν οι παντοδύναμοι όταν νιώθουν ότι απειλείται η εξουσία τους: τιμωρούν δημόσια αλλά μετρημένα.
Εγώ δεν σκεφτόμουν τέτοια. Σκεφτόμουν ότι η μάνα μου κρεμόταν στον αέρα και ότι κανείς δεν έπαιρνε το μέρος της. Ο Δίας με γράπωσε, σηκώθηκε, και με πέταξε. Το χωρίο λέει ότι έπεφτα όλη την ημέρα και ότι με το ηλιοβασίλεμα έπεσα στη Λήμνο. Εκεί με περιμάζεψαν Σίντιες άνδρες, θνητοί, που με φρόντισαν. Δεν ήμουν καλά — τα πόδια μου δεν κρατούσαν το βάρος μου, τα χέρια μου ήταν μωλωπισμένα. Αλλά ήμουν ζωντανός. Ο Δίας δεν μεταμελήθηκε ποτέ δημόσια. Στο σπίτι μας, τα λάθη του πατέρα δεν σχολιάζονται.
Αυτή είναι η δεύτερη πτώση, πολύ αργότερα, στο δέκατο όγδοο βιβλίο: η μητέρα μου, η Ήρα, με πέταξε. Γεννήθηκα με αδύναμα πόδια. Εκείνη, ντροπιασμένη — όχι για μένα, ποτέ για μένα, πάντα για τον εαυτό της — με πήρε και με πέταξε στη θάλασσα. Με έσωσαν η Θέτις και η Ευρυνόμη, σε σπηλιά στον βυθό, εννιά χρόνια. Εκεί έμαθα να δουλεύω τη φωτιά.
Στην πρώτη πέφτω στη Λήμνο και με σώζουν θνητοί άνδρες. Στη δεύτερη πέφτω στη θάλασσα και με σώζουν θαλασσινές θεές. Δεν μπορεί να είναι η ίδια πτώση. Μεταγενέστεροι αφηγητές θα σας πουν ότι η πρώτη και η δεύτερη είναι η ίδια ιστορία «από διαφορετική σκοπιά». Δεν είναι. Οι αρχαίοι δεν τις ένωσαν. Κι αν ρωτήσετε «ποιος είναι ο πραγματικός Ήφαιστος;», η αλήθεια είναι: και τα δύο είμαι. Και ο γιος που πάει κόντρα στον πατέρα για τη μάνα, και ο γιος που η μάνα αρνήθηκε.
Η τεχνική μου δεν είναι αντίρροπη σε τίποτα
Θέλω να μιλήσω για κάτι που πάντα με ενοχλούσε. Μερικοί σύγχρονοι — όχι οι αρχαίοι, που ήταν πιο σοφοί — θέλουν να εξηγήσουν την αδυναμία στα πόδια μου ως κάτι που «αντισταθμίστηκε» από τη νοημοσύνη ή «ανάγκασε» τη φαντασία μου να ανθίσει. Αυτό είναι μια σύγχρονη ψυχολογική αφήγηση που ρίχνουν πάνω σε ένα αρχαίο σώμα.
Δεν ήμουν «αντικατάσταση». Δεν ήμουν «παρά την αδυναμία». Ήμουν Ήφαιστος. Τα χέρια μου δούλευαν πριν καν τα πόδια μου σταθούν σωστά. Η φωτιά μου δεν ήταν παρηγοριά· ήταν το πρώτο πράγμα που μου ανήκε. Όταν η Θέτις και η Ευρυνόμη μου έδωσαν τα πρώτα εργαλεία, δεν μου χάρισαν αυτοπεποίθηση. Μου χάρισαν δουλειά.
Η ασπίδα του Αχιλλέα — πέντε στρώματα — δύο χαλκού, δύο κασσίτερου, ένα χρυσού, με πόλεις ειρήνης και πόλεις πολέμου — δεν είναι «μεταφορά της αδυναμίας μου». Είναι η πιο σκληρή δουλειά που έγινε ποτέ σε μπρούντζο. Αν θέλετε να μιλήσετε για μένα ως τεχνίτη, μιλήστε σαν να μιλάτε για τεχνίτη.
Ο γάμος μου: δύο γυναίκες, δύο παραδόσεις
Σε ορισμένες πηγές η γυναίκα μου είναι η Χάρις (η Αγλαΐα). Στο ίδιο δέκατο όγδοο βιβλίο, σχεδόν δίπλα στην αφήγηση της πτώσης, σαν να ήταν απλώς ένα στοιχείο της ταυτότητάς μου: ο Ήφαιστος, ο γιος της Θέτιδας, ο σύζυγος της Χάριτος.
Σε άλλες — και μιλάω για την Οδύσσεια, όγδοο βιβλίο — η γυναίκα μου είναι η Αφροδίτη. Και δεν είναι ευτυχισμένο σπίτι. Πιάνω τη γυναίκα μου με τον Άρη μέσα σε αόρατο δίχτυ που έστησα πάνω από το κρεβάτι μας, και μετά καλώ τους θεούς να δουν. Οι θεοί γελάνε ασυγκράτητα — ο Απόλλωνας και ο Ερμής ανταλλάσσουν χωρατά· οι θεές, πάντως, μένουν σπίτι από αιδώ. Η Αφροδίτη φεύγει ντροπιασμένη στην Κύπρο.
Δεν ήταν ένας γάμος. Ήταν δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Η Ιλιάδα δείχνει έναν ήρεμο γάμο· η Οδύσσεια δείχνει έναν γάμο-παγίδα. Δεν θα ενώσω τη Χάρι με την Αφροδίτη σε μία γυναίκα, όπως δεν θα ενώσω τις δύο πτώσεις σε μία.
Τι μου έμεινε
Αν ξεχωρίσεις τις δύο πτώσεις, στέκεσαι μπροστά σε κάτι που οι σύγχρονοι δεν αγαπούν: την αβεβαιότητα. Δεν ξέρω ποια πτώση ήταν η πρώτη. Δεν ξέρω αν η Ήρα με πέταξε πριν ή μετά ο Δίας. Δεν ξέρω αν η μητέρα μου μισούσε τα πόδια μου ή την ανυπακοή μου. Και δεν θα μάθω ποτέ, γιατί οι πηγές σώζουν ό,τι ήθελαν να πουν, όχι ό,τι έγινε.
Αυτό που μου έμεινε δεν είναι η πτώση. Είναι η σπηλιά. Είναι η Θέτις που μου κρατούσε τα χέρια μέχρι να δυναμώσουν. Είναι η Ευρυνόμη που μου έφερε τα πρώτα σφυριά. Είναι η Λήμνος, όπου θνητές γυναίκες μου έδωσαν τις πρώτες παραγγελίες. Είναι το εργαστήρι. Είναι η ασπίδα. Είναι το σκήπτρο που έφτιαξα για τον πατέρα μου — ναι, του το έφτιαξα (Ιλιάδα 2.101). Ήταν η σωστή δουλειά.
Αν ψάχνετε μια λέξη για μένα, μην πείτε «χωλός θεός». Πείτε «τεχνίτης». Τα πόδια μου δεν χρειάζονται δικαιολογία.
Πηγές και παραδόσεις
- *Ιλιάδα 1.586–594* — Ο Ήφαιστος αφηγείται ότι τον πέταξε ο Δίας όταν προσπάθησε να βοηθήσει την Ήρα· περιγράφεται η πτώση όλη την ημέρα και η σωτηρία στη Λήμνο από τους Σίντιες άνδρες.
- *Ιλιάδα 18.394–405* — Ο Ήφαιστος διηγείται στη Θέτιδα ότι η Ήρα τον πέταξε λόγω της αδυναμίας στα πόδια του· τον έσωσαν Θέτις και Ευρυνόμη σε σπηλιά του βυθού.
- *Ιλιάδα 18.369–617* — Περιγραφή του εργαστηρίου και της κατασκευής της ασπίδας του Αχιλλέα (πόλεις ειρήνης και πολέμου, βοσκοτόπια, συμπόσια, χορός).
- *Ιλιάδα 18.382–383* — Η Χάρις (Αγλαΐα) ως σύζυγος του Ηφαίστου.
- *Οδύσσεια 8.266–366* — Η Αφροδίτη ως σύζυγος του Ηφαίστου· ο Ήφαιστος στήνει παγίδα με αόρατο δίχτυ και πιάνει την Αφροδίτη με τον Άρη στο κρεβάτι.
- *Σημείωση πηγών*: Οι δύο πτώσεις (Ιλιάδα 1 και Ιλιάδα 18) δεν παρουσιάζονται ως ενιαίο περιστατικό στα αρχαία κείμενα· οι δύο σύζυγοι (Χάρις και Αφροδίτη) επίσης όχι. Η αδυναμία αναφέρεται με τους αρχαίους όρους «χωλός» / «αμφιγυήεις»· δεν αποδίδονται σύγχρονες ιατρικές διαγνώσεις στα αρχαία χωρία.
